Επαναπροσδιορισμό της πολιτικής ατζέντας, μετά τον διορισμό του Μιούλερ επιχειρεί ο Τραμπ

FILE PHOTO. US President Donald J. Trump gives the thumbs up as he walks on the South Lawn of the White House in Washington, DC, USA. EPA/RON SACHS / POOLFILE PHOTO. US President Donald J. Trump gives the thumbs up as he walks on the South Lawn of the White House in Washington, DC, USA. EPA/RON SACHS / POOL

“Είμαστε όλοι μαζί σε αυτό. Όπως έχω πει πολλές φορές, μία λεπτομερής έρευνα θα επιβεβαιώσει αυτό που ήδη ξέρουμε, ότι δηλαδή δεν υπήρξε κανένα είδος συνωμοσίας μεταξύ της προεκλογικής μου εκστρατείας κι οποιασδήποτε άλλης ξένης χώρας,” τόνισε σε ανακοίνωσή του ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

H ανακοίνωση αυτή του Τραμπ έγινε μετά τον διορισμό από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ του πρώην διευθυντή του FBI, Ρόμπερτ Μιούλερ, ως ειδικού ανακριτή που θα διερευνήσει την υπόθεση πιθανής εμπλοκής της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές του 2016, αλλά και το ενδεχόμενο συνωμοσίας της προεκλογικής εκστρατείας του Αμερικανού Προέδρου με την Μόσχα.

Ο Λευκός Οίκος και προσωπικά ο Τραμπ προσπάθησε να αξιοποιήσει τις εξελίξεις των τελευταίων ωρών στέλνοντας ένα μήνυμα ενότητας στα μέλη της αμερικανικής κυβέρνησης. Παράλληλα, έγινε μία προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του πολιτικού ενδιαφέροντος, καθώς η πολιτική ατζέντα των προεκλογικών εξαγγελιών του Τραμπ έχει αποτραβηχτεί από την δημοσιότητα, σύμφωνα με δηλώσεις υψηλόβαθμου αξιωματούχου του Λευκού Οίκου.

Από την πλευρά του, ο Ρόμπερτ Μιούλερ δήλωσε στο τηλεοπτικό δίκτυο CBS και σε μήνυμα που ανάρτησε στο Twitter: “Αποδέχομαι την ευθύνη και θα πράξω το καλύτερο δυνατό.”

Ο Λευκός Οίκος βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σφοδρής πολιτικής καταιγίδας που άρχισε την προηγούμενη εβδομάδα με την αποπομπή από τον Τραμπ του πρώην διευθυντή του FBI Τζέιμς Κόμεϊ κι ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών των ΗΠΑ (FBI) σχετικά με πιθανή εμπλοκή της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές του 2016. Μετά την απόλυση του Κόμεϊ, τόσο Δημοκρατικοί, όσο και Ρεπουμπλικάνοι ζήτησαν τον διορισμό ενός ανεξάρτητου ανακριτή ο οποίος θα διερευνήσει την υπόθεση για ν’ απαντήσει εάν υπήρξε ρωσική εμπλοκή υπέρ του Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου.

Από την άλλη μεριά, ο Κόμεϊ είχε δεχτεί σκληρή κριτική από τους Δημοκρατικούς με την απόφασή του να ενεργοποιήσει για δεύτερη φορά την έρευνα για την ιδιωτική διαχείριση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων της Χίλαρι Κλίντον όταν η ίδια ήταν υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, λίγες ημέρες πριν από την διεξαγωγή των εκλογών της 8ης Νοεμβρίου κι ενώ η Κλίντον προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις.

Σύμφωνα με μεταγενέστερες δηλώσεις της Κλίντον, η απόφαση αυτή του Κόμεϊ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση του αποτελέσματος των προεδρικών εκλογών στερώντας από την Κλίντον την προεδρική εκλογή. Την περίοδο εκείνη, ο Τραμπ έκανε θετικά σχόλια για τους χειρισμούς του Κόμεϊ έναντι του “διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος” στην Ουάσιγκτον, όπως ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά.

Το ζήτημα της Ρωσίας επισκίασε τους πρώτους μήνες της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η Μόσχα από την πλευρά της απορρίπτει το συμπέρασμα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών ότι επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμα.

Η άσκηση πολιτικών πιέσεων στον Λευκό Οίκο κλιμακώθηκε μετά την απόλυση του Κόμεϊ, που είχε ηγετικό ρόλο στην έρευνα για τη Ρωσία. Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη και πολύπλοκη μετά τη δημοσιοποίηση των ισχυρισμών ότι ο Τραμπ ζήτησε από τον Κόμεϊ τον τερματισμό της έρευνας για πιθανές σχέσεις μεταξύ του πρώην Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Μάικλ Φλιν και της Ρωσίας. Το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξέλιξης, προκάλεσε υποψίες ότι ο πρόεδρος Τραμπ προσπάθησε να παρέμβει στη διεξαγωγή μιας ομοσπονδιακής έρευνας.

Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν αρνητικά χθες και την πορεία της Γουόλ Στριτ με τους δείκτες S&P 500 και Dow να καταγράφουν τις μεγαλύτερες απώλειες που είχαν μέσα σε μία ημέρα από τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Η αρνητική αυτή πορεία των δεικτών του αμερικανικού χρηματιστηρίου προκλήθηκε καθώς οι επενδυτές είναι απαισιόδοξοι σχετικά με την υλοποίησης της ατζέντας του Τραμπ για τις φορολογικές απαλλαγές και την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας εξαιτίας του κλίματος πολιτικής αναταραχής στην Ουάσιγκτον.

Η απόφασή μου για τον διορισμό ειδικού ανακριτή δεν σημαίνει ότι έχουν διαπραχθεί αδικήματα ή ότι η ενέργεια αυτή συνδέεται με την άσκηση οποιασδήποτε δίωξης. Δεν έχω τέτοια πρόθεση,” δήλωσε χαρακτηριστικά ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ Ροντ Ροζενστάιν στην ανακοίνωσή του για τον διορισμό του ειδικού ανακριτή.

“Αποφάσισα ότι ο διορισμός ενός ειδικού ανακριτή είναι αναγκαίος προκειμένου οι Αμερικανοί να έχουν πλήρη εμπιστοσύνη στο αποτέλεσμα της έρευνας,” δήλωσε χαρακτηριστικά ο ίδιος.

Ο Ντόναλντ Τραμπ πληροφορήθηκε τον διορισμό του ειδικού ανακριτή από νομικό σύμβουλο του Λευκού Οίκου περίπου 25 λεπτά πριν από την δημοσιοποίηση της είδησης, σύμφωνα με αξιωματούχους του Λευκού Οίκου.

Αμέσως μετά, συγκάλεσε σύσκεψη με τη συμμετοχή των πιο στενών συνεργατών του στο Οβάλ Γραφείο στους οποίους και μίλησε σε ενωτικό τόνο υπαγορεύοντας την ανακοίνωση που επίσης εκδόθηκε αμέσως μετά την δημοσιοποίηση του διορισμού του ειδικού ανακριτή.

Στην συνάντηση αυτή έγινε επίσης ξεκάθαρη η ουσιαστική ανάγκη που υπάρχει για την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων που έχουν εξαγγελθεί, όπως το φορολογικό νομοσχέδιο.

Ο νομικά και διαπραγματευτικά αξιόπιστος Ρόμπερτ Μιούλερ θα είναι αντιμέτωπος με την διοικητική ισχύ του Ροντ Ρόζενστεϊν

Όταν το 2016 ο ομοσπονδιακός δικαστής Τσαρλς Μπρέγιερ στο Σαν Φρανσίσκο έψαχνε έναν αξιόπιστο διαπραγματευτή με την απαραίτητη πρακτική και νομική εμπειρία προκειμένου να διαμορφώσει ένα πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ της αυτοκινητοβιομηχανίας Volkswagen, της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ, των αμερικανικών πολιτειών, αλλά κι όσων είχαν αγοράσει ρυπογόνα αυτοκίνητα της εταιρίας και είχαν προσφύγει στην δικαιοσύνη, τότε επέλεξε τον πρώην διευθυντή του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών των ΗΠΑ Ρόμπερτ Μιούλερ.

“Εάν υπάρχουν…, υπάρχουν ελάχιστοι άνθρωποι με την ακεραιότητα, την κρίση, αλλά και τη σχετική εμπειρία του Μιούλερ,” έγραψε ο Μπρέγιερ, που γνωρίζει τον πρώην διευθυντή του FBI για περισσότερα από 40 χρόνια. Ο Μιούλερ υπηρέτησε επίσης ως νεαρός ομοσπονδιακός εισαγγελέας στο Σαν Φρανσίσκο.

Ο ίδιος επιβεβαίωσε τις υψηλές προσδοκίες του ομοσπονδιακού δικαστή στην υπόθεση της VW, καθώς κατηύθυνε τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της εταιρίας, των οργάνων της ομοσπονδιακής και πολιτειακής διοίκησης των ΗΠΑ και των ιδιοκτητών αυτοκινήτων. Πολλές φορές οι διαβουλεύσεις διαρκούσαν μέχρι τα ξημερώματα στα γραφεία που διατηρεί στην Ουάσινγκτον η νομική εταιρία του (WilmerHale).

Με τον Μιούλερ ν’ ασκεί πιέσεις και να παρακινεί εξελίξεις, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία αποδέχτηκε διεθνή διακανονισμό 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε χρονικό διάστημα λίγων μηνών.

Ο Μιούλερ στην εκπλήρωση της νέας του αποστολής ως διερευνητής, ανακριτής και διαπραγματευτής θα χρειαστεί ν’ αξιοποιήσει το σύνολο της εμπειρίας που έχει αποκτήσει, προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα για την υπόθεση των πιθανών επαφών μεταξύ στελεχών της προεκλογικής εκστρατείας του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με Ρώσους αξιωματούχους.

Αναλυτές στην Ουάσιγκτον επισημαίνουν ότι από τη φύση της η έρευνα αυτή έχει σαφή πολιτική διάσταση.

Δικηγόροι όπως ο Λόρενς Γουόλς που ήταν υπεύθυνος για την έρευνα του σκανδάλου Ιράν-Κόντρα, αλλά κι ο Κένεθ Σταρ που διεξήγαγε την πολυετή έρευνα για τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον, δέχτηκαν κριτική ότι διέθεσαν μεγάλο χρονικό διάστημα των ερευνών, αλλά και πολλά χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων για την εξυπηρέτηση των προσωπικών τους επιδιώξεων.

Από την πλευρά του ο Μιούλερ, παρασημοφορημένος πρώην πεζοναύτης, διαθέτει αξιοσημείωτη εμπειρία στη διαχείριση πολυσύνθετων ερευνών, από την παραμονή του στην διεύθυνση του FBI για 12 χρόνια, υπό τους προέδρους Τζορτζ Μπους (του νεότερου) και Μπαράκ Ομπάμα. Παράλληλα, έχει ηγηθεί της Διεύθυνσης Εγκληματολογίας του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ στην δεκαετία του ’90, ενώ διετέλεσε Γενικός Εισαγγελέας στο Σαν Φρανσίσκο από το 1998 έως το 2001.
Όσοι γνωρίζουν τον Μιούλερ επισημαίνουν ότι δεν έχει κάποια ανάγκη να δώσει έμφαση στην προσωπική του φήμη μέσω της νέας του αποστολής. Η αξιοπιστία του, αλλά κι όλα όσα έχει επιτύχει, αναγνωρίζονται πλέον απ’ όλους στην Ουάσιγκτον.

Το πλαίσιο δράσης του Μιούλερ θα βρίσκεται υπό τη χαλαρή εποπτεία του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, καθώς, σύμφωνα με τη νομική πρόβλεψη που υπάρχει, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών, Ροντ Ρόζενσταϊν, που του ανέθεσε την έρευνα μπορεί να του ζητήσει εξηγήσεις για τις πιθανές αποφάσεις άσκησης ποινικών διώξεων που θα λάβει ή ακόμη και νομικό δικαίωμα να τις ανατρέψει στην περίπτωση που συμπεράνει ότι ο ανεξάρτητος ανακριτής ακολούθησε διαδικασίες, οι οποίες δεν συμβαδίζουν με τις πρακτικές του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ.

Από την άλλη μεριά, στο ενδεχόμενο που ο Ρόζενσταϊν θα προσπαθήσει να παρακάμψει τον Μιούλερ, τότε θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά το Κογκρέσο, ενώ ο υφυπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ διατηρεί το δικαίωμα να παύσει τον Μιούλερ από τα καθήκοντά του.

18/05/2017
ΑΠΕ-ΜΠΕ-Reuters
Ουάσινγκτον, United States

Be the first to comment on "Επαναπροσδιορισμό της πολιτικής ατζέντας, μετά τον διορισμό του Μιούλερ επιχειρεί ο Τραμπ"

Leave a comment

Your email address will not be published.

*