Κυνισμός και ιδεαλισμός: Οι ΗΠΑ και ο μη σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα

Former US Secretary of State Henry Kissinger. FILE PHOTO. EPA, ROLEX DELA PENAFormer US Secretary of State Henry Kissinger. FILE PHOTO. EPA, ROLEX DELA PENA

Γράφει ο Μάριος Ευρυβιάδης 

Αντί δικού μου κειμένου επέλεξα να παρουσιάσω, σε ελεύθερη μετάφραση, ένα επίσημο αμερικανικό ντοκουμέντο  που μιλά μόνο του αναφορικά με τον κυνισμό ή τον ιδεαλισμό -διαλέξετε και παίρνετε- που διέπει την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Το κείμενο δόθηκε ως Σημείωμα, τον Μάιο του 2017 προς τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Rex Tillerson από τον Brian Hook, ανώτατο σύμβουλο του αμερικανού Υπουργού και Διευθυντή του Policy Planning Staff του Υπουργείου Εξωτερικών.

Ο Hook υπηρέτησε σε υψηλές θέσεις και στην διακυβέρνηση Μπούς. Το Σημείωμα δόθηκε με αφορμή ομιλία του ΥΠΕΞ προς τους υπαλλήλους του Υπουργείου του.

Το Σημείωμα δημοσιοποιήθηκε από την επιθεώρηση, Politico. 

ΕΥΑΙΣΘΗΤΟ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΕΝΟ 

ΜΑΙΟΥ 17, 2017

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ 

ΘΕΜΑ: Εξισορροπώντας Συμφέροντα και Αξίες

“Η ομιλία σου στους εργαζόμενους του Υπουργείου Εξωτερικών στις 3 Μαίου αναβίωσε τη συζήτηση ως προς την έμφαση που πρέπει να αποδίδεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και την προώθηση της δημοκρατίας και των φιλελεύθερων αξιών από την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η μακρόχρονη αυτή συζήτηση αφορά στη σύγκρουση δυο σχολών σκέψης. 

Κατά τον φιλελεύθερο/ιδεαλιστικό/ Γουιλσονιανισμό, άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων και των συμμάχων των ΗΠΑ, πρέπει να πιέζονται να αποδεχθούν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και τακτικές αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα που είναι συμβατές με τις αμερικανικές προτιμήσεις. 

Η “ρεαλιστική” αντίληψη είναι πως οι σύμμαχοι της Αμερικής πρέπει υποστηρίζονται και όχι να επικρίνονται και να  κτυπιούνται, για πρακτικούς λόγους αλλά και για λόγους αρχής. Και ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει μα παραδειγματίζουν ηθικά, η διπλωματία με άλλες χώρες θα πρέπει  να επικεντρώνεται στη εξωτερική τους πολιτική, παρά στις πρακτικές τους σε εσωτερικά ζητήματα. 

 Και οι δυο σχολές σκέψεις είναι βαθειά ριζωμένες στην αμερικανική εμπειρία , και οι δυο είναι  εξίσου αυθεντικά αμερικανικές και, όπως υπονόησες στην ομιλία σου,  η σχετική τους σημασία αναδύεται και υποχωρεί χρονικά, ανάλογα με γεγονότα στο εξωτερικό.

 Αρχίζοντας από τη δεκαετία τιυ 1940, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν ένα μεγάλο εύρος συμμάχων κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του το Β´ΠΠ, η τάση των Προέδρων Ρούσβελτ κσι Τρούμαν ήταν να ενισχύουν τους συμμάχους των ΗΠΑ και ταυτόχρονα να τους σπρώχνουν προς την κατεύθυνση των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Το ένστικτο του Προέδρου Αιζενχάουερ ήταν  να ενισχύσει τους συμμάχους των ΗΠΑ έναντι του κινδύνου του εσωτερικού ριζοσπαστισμού, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Αϊζενχάουερ έδωσε περισσότερη σημασία στο ζήτημα αυτό παρά ο Πρόεδρος Τρούμαν. 

 Η ομάδα Νίξον-Κίσσινγκερ είχε  ως προταιραιότητα την υποστήριξη συμμάχων παρά τις πιέσεις για μεταρρυθμίσεις. Ο Κίσσινγκερ παραμένει ένας αξιόπιστος υποστηρικτής της άποψης αυτής. 

 Ο Πρόεδρος Κάρτερ ανέτρεψε τις πολιτικές του Ψυχρού Πολέμου επικρίνοντας και ακόμη υποσκάπτοντας κυβερνήσεις ειδικά σε περιπτώσεις όπως της Νικαράκουας και  του Ιράν. Τα αποτελέσματα υπήρξαν ατυχή για τα αμερικανικά συμφέροντα αλλά και για τα συμφέροντα των πολιτών των κρατών αυτών. Οι πιέσεις του Κάρτερ κατά τών αμερικανικών συμμάχων είχε ως απρόσμενο αποτέλεσμα την ενίσχυση αντιαμερικανών ριζοσπαστών σε Νικαράκουα και Ιράν. 

Όπως η Jeanne Kilpatrick έγραψε το 1979 (“Dictatorships and Double Standards, Commentary Magazine, November, 1979), επικρίνοντας την εξωτερική πολιτική του Κάρτερ, “Εσπευσμένες προσπάθειες να επιβληθούν σύνθετες και μη γνώριμες πρακτικές σε κοινωνίες που δεν διαθέτουν την απαιτούμενη πολιτική κουλτούρα, παράδοση και κοινωνικές πρακτικές, όχι μόνο αποτυγχάνουν να παράξουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, αλλά αν επιχειρηθούν όταν το παραδοσιακό καθεστώς βρίσκεται υπό επίθεση, διευκολύνεται το έργο των επαναστατών. Η Kilpatrick έκανε  και την ακόλουθη παρατήρηση που επίσης ισχύει σήμερα: “Η ταχύτητα με την οποία στρατοί καταρρέουν, γραφειοκρατείες παραδίδονται και κοινωνικές δομές διαλύονται από τη στιγμή που ο αυταρχικός ηγέτης ανατρέπεται, συχνά ξαφνιάζει τους αμερικανούς διαμορφωτές πολιτικής και δημοσιογράφους, που είναι συνηθισμένοι στην ύπαρξη δημοσίων θεσμών βασισμένων  σε οικουμενικές αξίες, παρά σε ειδικές καταστάσεις.

Ο Πρόεδρος Ρέηγκαν υιοθέτησε τις απόψεις της Kilpatrick. Όπως δήλωσε στο συνέδριο των Ρεμπουπλικάνων το 1980, “Η βάση μιας ελεύθερης εξωτερικής πολιτικής που στηρίζονται σε αρχές, είναι εκείνη που αποδέχεται τον κόσμο ως έχει κσι προσπαθεί να τον αλλάξει μέσω ηγετικών πολιτικών κσι μέσω παραδείγματος, όχι μέσω πιέσεων ή με ευχολόγια.” Ή όπως  δήλωσε ξανά το 1981  στην πανηγυρική του ομιλία εγκατάστασης ως Προέδρου, αναφερόμενος στους συμμάχους των ΗΠΑ, “Δεν θα χρησιμοποιήσουμε τη φιλία μας για να επιβληθούμε στη δική τους κυριαρχία, διότι  η δική μας κυριαρχία δεν είναι για πούλημα”. 

Στη διάρκεια  της δεύτερης θητείας του, η διακυβέρνηση Ρέηγκαν άρχισε να κινείται προς την κατεύθυνση μιας ποιό συστηματικής πίεσης για φιλελευθεροποίηση συμμάχων της, όπως στη περίπτωση της Χιλής, της Νοτίου Κορέας και  των Φιλιππινών. Όμως οι προσπάθειες αυτές  έφεραν αποτέλεσμα, εν μέρει διότι βιώσιμες δημοκρατικές και φιλοαμερικανικες δυνάμεις υπήρχαν σε κάθε μια από τις χώρες αυτές. Και οι ΗΠΑ τους παρείχαν ζωτική υποστήριξη. Το βασικό ένστικτο του Ρέηγκαν ήταν να υποστηρίζει πάντοτε τους συμμάχους του εναντίων των εχθρών τους ακόμη και σε αμφιλεγόμενες περιπτώσεις. Η Νότιος Αφρική αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Η πολιτική εκεί ονομάστηκε “θετική εμπλοκή” και μακροπρόθεσμα επέφερε αποτελέσματα. 

Ξανακερδίζοντας μια Εξισορροπημένη Εξωτερική Πολιτική 

Με το δικό τους τρόπο και  οι τρεις μετα-Ψυχροπολεμικοί Πρόεδροι – Μπίλλ Κλίντον, Τζιώρτζ Μπούς, και Μπαράκ Ομπάμα– λειτούργησαν στη βάση σχετικά αισιόδοξων υποθέσεων αναφορικά με τις πιθανότητες για θετικές εξελίξεις στο εξωτερικό, υποβοηθούμενες απο την αμερικανική ισχύ και διπλωματία. Αναμφίβολα η αισιοδοξία αυτή βασίζονταν σε καλές προθέσεις. Αλλά μετά το Ιράκ και Αφγανιστάν, την βραδεία οικονομική ανάκαμψη, την άνοδο της Κίνας, και την αποτυχία της Αραβικής Άνοιξης, υπάρχει και είναι κατανοητό, λιγώτερο αισιοδοξία σήμερα πως ο κόσμος μπορεί εύκολα να εκδημοκρατιστεί ή να αλλάξει απλά με τη διακήρυξη φιλελεύθερων αμερικανικών αξιών, ή επικρίνοντας και κτυπώντας αμερικανούς συμμάχους. 

Αυτή υπήρξε τουλάχιστον η θέση πάνω στη οποία ο Πρόδρος Τράμπ έτρεξε και κέρδισε – και εαν εφαρμοστεί ορθά- τότε  θα βρίσκεται στη ρεαλιστική παράδοση της διπλωματίας των ΗΠΑ η οποία είναι μια κεντρική και ιστορική παράδοση,  όπως κάθε άλλη. Στην περίπτωση συμμάχων όπως την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και τις Φιλιππίνες, η διακυβέρνηση δικαίως δίνει έμφαση στις καλές σχέσεις για μια σειρά από σημαντικούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων αντιτρομοκρατικων πολιτικών, με τίμημα την συναλλαγή σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν είναι ως εαν  θα υπάρχει  πρόοδος στα ανθρώπινα δικαιώματα,  εαν  αντιαμερικανοί ριζοσπάστες επικρατήσουν. Επιπλέον κάτι τέτοιο θα αποτελέσει βαρύ πλήγμα στα ζωτικά μας συμφέροντα. Είδαμε πόσο καταστροφική υπήρξε η επικράτηση της ισχύος των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Αίγυπτο. Μετά από οκτώ χρόνια Ομπάμα, οι ΗΠΑ ορθά υποστηρίζουν τους συμμάχους των αντί να τους κτυπά, να τους κατακρίνει και να τους εγκαταλείπει.

Ένας χρήσιμος οδηγός για μια ρεαλιστική και επιτυχημένη πολιτική είναι αυτή που αντιμετωπίζει τους συμμάχους μας διαφορετικά- και καλύτερα- από ότι τους αντιπάλους μας. Διαφορετικά θα καταλήξουμε με περισσότερους αντιπάλους και λιγότερους συμμάχους. Το κλασικό δίλημμα εξισορρόπησης ιδεαλισμού και συμφερόντων αφορά μόνο στους συμμάχους των ΗΠΑ. Σε σχέση με τους ανταγωνιστές μας το δίλημμα  είναι πολύ μικρό. Δεν θα πρέπει να ενισχύουμε τους εξωτερικούς μας αντιπάλους. Θα πρέπει να τους  πιέζουμε, να τους  ανταγωνιζόμαστε και να τους ξεγελάμε. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να θεωρούμε τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ένα σημαντικό ζήτημα στις σχέσεις μας με την Κίνα, Ρωσία Βόρειο Κορέα κσι Ιράν. Και αυτό όχι  για ηθικούς και μόνο λόγους, αλλά διότι πιέζοντας αυτά τα καθεστώτα σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι  ένας τρόπος να τους επιβάλουμε κόστη, να αντεπεξέλθουμε τις πιέσεις τους και  να ξανακερδίσουμε τη στρατηγική πρωτοβουλία από αυτούς. “

  • Σχόλιό μου:

Εδώ λοιπόν έχουμε τη απόλυτη εκλογίκευση της συμπεριφοράς διαδοχικών κυβερνήσεων των ΗΠΑ σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής με εργαλείο τα “ανθρώπινα δικαιώματα” και τα δυο μέτρα και τα δυο σταθμά που εφαρμόζονται.

Όπως σημειώνει και ο γνωστός αμερικανός σχολιογράφος Pat Buchanan, “What is America’s Mission Now?” (Antiwar.com, January 9), “αυτό που ο κόσμος βλέπει πολύ συχνά είναι μια Αμερική που επιπλήττει τους αντιπάλους της για τις αμαρτίες τους “κατά των αξιών μας, ενώ δίνει στους συμμάχους της γενική συγχώρεση εφόσον μας ακολουθούν”. Και συνεχίζει λέγοντας πως ο ηγέτης του Ιράν εκλεγεί με 57% της λαϊκής ψήφου, ενώ ρωτά, τον ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας “ποιός τον εξέλεξε;”

Τελικά όσο “αλλάζουν” υποτίθεται τα πράγματα τόσο παραμένουν τα ίδια. Ήταν ο αμερικανός Πρόεδρος Ρούσβελτ  που παραδέχθηκε πως οι δικτάτορες σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Κεντρική και Λατινική Αμερική “είναι μπάσταρδοι, αλλά είναι δικοί μας μπάσταρδοι”!

Leave a comment

Your email address will not be published.

*