Η γεωστρατηγική σημασία, οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις και η ανοικτή πληγή της κατοχής

File PHOTO: Διαδηλωτές συμμετέχουν σε συγκέντρωση απόρριψης του σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό. ΑΠΕ, ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥFile PHOTO: Διαδηλωτές συμμετέχουν σε συγκέντρωση απόρριψης του σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό. ΑΠΕ, ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Του Κώστα Βενιζέλου

Μια μακρά ενδοσκόπηση της πολιτικής, κοινωνικής και της οικονομικής ζωής της Κύπρου από την κατάκτηση του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου μέχρι και το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν, τον Απρίλιο του 2004, κάνει ο  Σπύρος Σακελλαρόπουλος, στο βιβλίο του,  «Ο κυπριακός κοινωνικός σχηματισμός (1191-2004) από τη συγκρότηση στη διχοτόμηση» ( εκδόσεις Τόπος).  Μια μακρά διαδρομή εννέα αιώνων, με πολλές, αλλεπάλληλες και διάφορες αλλαγές. Κατακτήσεις, πόλεμοι, αγώνες, πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές. 

Το βιβλίο ζωντανεύει μια ιστορία αιώνων, με τεκμηρίωση, με μια διαλεκτική προσέγγιση των γεγονότων. Η ενδελεχής παρουσία των ιστορικών γεγονότων δεν αποτελεί μόνο μια απλή καταγραφή αλλά παράλληλα τα αναλύει. Αποτελεί ένα εγχειρίδιο ιστορίας και κοινωνιολογίας. Με πρόδηλη, μια διαλεκτική προσέγγιση των γεγονότων,  ο  αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου, σημειώνει πως υπάρχει ένα βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει –και ερμηνεύει– το ενδιαφέρον για τον έλεγχο του νησιού: η ιδιαίτερα πλεονεκτική γεωγραφική θέση του. Πράγματι, ανάμεσα στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, η Κύπρος αποτελούσε ανέκαθεν σημαντικό κέντρο για στρατιωτικές και οικονομικές δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή.

Ο συγγραφέας σημειώνει πως επιχείρησε, με την έρευνα του αυτή, να καταδείξει το πόσο ιδιαίτερο και πολύπλοκο ζήτημα είναι το Κυπριακό γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου εύκολη η επίλυσή του. Κοντολογίς παραπέμπει στη στρατηγική γεωγραφική θέση του νησιού και τα πολλά και εν πολλοίς διαφορετικά συμφέροντα.  Οι αλλεπάλληλες κατακτήσεις της Κύπρου αλλά και το διαρκές ενδιαφέρον που υπήρχε και υπάρχει για το νησί φανερώνουν, όπως σημειώνει, την ευρύτερη οικονομική και γεωστρατιωτική σημασία του. Ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος αναφέρεται στον αντιαποικιακό αγώνα, στον αγώνα για την Ένωση με την Ελλάδα, το ρόλο της ελληνοκυπριακής ελίτ, της Ελλάδος, του ΑΚΕΛ, του ΚΚΕ, της Εκκλησίας, αλλά και των διεθνών παικτών. «Η λύση της Ανεξαρτησίας θα έρθει ως επιτομή όλων αυτών των αποκλινουσών πολιτικών. Στο επόμενο διάστημα και λόγω των αναταράξεων που σφράγισαν την κυπριακή ιστορία από την εγκαθίδρυση της Ανεξαρτησίας μέχρι το 1964, οι Δυτικοί κινητοποιήθηκαν ούτως ώστε οι ένοπλες συρράξεις της περιόδου 1963-1964 να μην εξελιχθούν σε ελληνοτουρκικό πόλεμο, ενώ οι Σοβιετικοί επιθυμούσαν να μην προσαρτηθεί η Κύπρος ως χώρα-μέλος στο ΝΑΤΟ. Αυτή η ασύμμετρη ισορροπία θα ανατραπεί από δύο γεγονότα: Από την υιοθέτηση μιας πιο μετριοπαθούς στάσης της ΕΣΣΔ απέναντι στην Τουρκία, που σχετίζεται με τα ιδιαίτερα ανταλλάγματα που έλαβε η Μόσχα από την Άγκυρα εκείνη την εποχή και από την αλλαγή των ελληνοτουρκικών συσχετισμών λόγω των γεγονότων της Κοφίνου το 1967. Η ελληνική πλευρά απώλεσε το πλεονέκτημα που απολάμβανε μέχρι τότε και βρέθηκε υπό την πίεση των ΗΠΑ να αναζητεί λύση εντός του πλαισίου της Ανεξαρτησίας, έχοντας την εκτίμηση πως στην περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου η έκβαση θα ήταν αρνητική για την Ελλάδα».

Ο συγγραφέας σημειώνει πως το 1974 οι Τούρκοι θα εκμεταλλευθούν την ευκαιρία του ελληνικού πραξικοπήματος, να εισβάλλουν στο νησί, για να ανατρέψουν άρδην τους συσχετισμούς. Στο εξής, όπως αναφέρει, η στρατιωτική νίκη των Τούρκων θα αποτελεί την κύρια παράμετρο, η οποία θα λαμβάνεται αναγκαστικά υπόψη σε όλες τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, δεδομένου ότι ο ΟΗΕ δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε τη θέληση να παρέμβει στρατιωτικά. «Για τα επόμενα δέκα χρόνια από την εισβολή, η ΕΣΣΔ, πέραν μιας σύντομης αρχικής παρέμβασης, θα απουσιάζει και πάλι από το προσκήνιο, ενώ οι κυρίαρχες δυτικές δυνάμεις, κυρίως μέσω του σχεδίου Νίμιτς, θα επιδιώξουν να συναινέσουν στο βασικό σχέδιο της Τουρκίας που είναι η οιονεί συνομοσπονδία. Τα ανταλλάγματα αφορούσαν σε ορισμένες παραχωρήσεις των τ/κ στο εδαφικό, που ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστικές. Γιατί η προοπτική το 37,5% του συνολικού εδάφους να περιοριστεί στο 30% δεν ήταν σοβαρή παραχώρηση – πόσω μάλλον που η τ/κ ιδιοκτησία στα προ εισβολής χρόνια ποτέ δεν ξεπέρασε το 20%. Από εκεί και πέρα, το σημαντικό για τους Τ/κ ήταν η διεθνής αναγνώριση ενός τ/κ κρατιδίου και όχι κάποια επιπλέον τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους».

Η ένταξη στην Ε.Ε.

Για το θέμα της ένταξης στην Ε.Ε. ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος αναφέρεται και πάλι στη σημασία του νησιού, ενώ σημειώνει τα όσα προηγήθηκαν σε σχέση με το Κυπριακό. «Θα αρχίσει, έτσι, μία συνεργασία παραγόντων εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΗΠΑ-ΟΗΕ), οι οποίοι θα πιέζουν τους ε/κ να δεχθούν ορισμένες παραλλαγές της συνομοσπονδίας, έτσι ώστε να ενταχθεί ενιαία η Κύπρος, έστω και χωρίς να ισχύει το λεγόμενο κοινοτικό κεκτημένο (ελευθερία στην ιδιοκτησία και στην εγκατάσταση). Η απόρριψη, όμως, του σχεδίου Ανάν από τους Ε/κ και η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως πλήρες μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αναστείλει την υλοποίηση αυτών των σχεδιασμών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί οι ισχυρές δυτικές χώρες μεριμνούν σε τέτοιο βαθμό να μη δυσαρεστηθεί η Τουρκία και υποστηρίζουν στο Κυπριακό διάφορες εκδοχές μιας συνομοσπονδίας. Η θέση μας είναι πως από τη στιγμή που δημιουργήθηκε το κράτος των Νεότουρκων, η Τουρκία άρχισε να αναβαθμίζεται διαρκώς στο διεθνές πλαίσιο, εκσυγχρονίζοντας την κοινωνία της και περιορίζοντας τα οθωμανικά και παραδοσιακά στοιχεία. Παράλληλα, η οικονομία της, με την εξάπλωση του καπιταλισμού, άρχισε να συνδέεται με εντατικούς ρυθμούς με τον διεθνή περίγυρο». Για το σχέδιο Ανάν, το οποίο ήταν σταθμός για την πορεία των μακρών διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό, ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος, αναφέρει πως «…η υιοθέτηση του σχεδίου Ανάν θα αναπαρήγε, προς το δυσχερέστερο, παλαιά προβλήματα. Θα υπήρχε μία μεγάλη γραφειοκρατική δυσκαμψία λόγω της ύπαρξης τριών διαφορετικών κρατών, ενώ ορισμένοι μόνο πρόσφυγες θα επέστρεφαν και αυτοί σε βάθος χρόνου. Η πληθώρα, εξάλλου, δυνατοτήτων που θα είχαν οι Τ/κ, είτε από μόνοι τους είτε σε συνεργασία με τους αλλοδαπούς δικαστές, να δεσμεύουν τις λειτουργίες μιας σειράς σημαντικών οργάνων, θα αποσταθεροποιούσαν και τους υπόλοιπους θεσμούς».

Οι σχέσεις Ε/κ και Τκ, η Ζυρίχη και τα σχέδια διχοτόμησης

Ένα από τα ζητήματα που αγγίζει ο συγγραφέας είναι και οι σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. «Προϊόντος του χρόνου, οι σχέσεις μεταξύ Ε/κ και Τ/κ άρχισαν να οξύνονται. Κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι Ορθόδοξοι μετείχαν σε εξεγέρσεις που είχαν ως στόχο την επαναφορά στο προηγούμενο καθεστώς. Στη συνέχεια, η ζωή των Ορθοδόξων και των μουσουλμάνων παρουσίαζε πολλά κοινά σημεία αλλά υπήρχαν και σημαντικές διαφορές. Τα κοινά σημεία αφορούσαν στην εκμετάλλευση που υφίσταντο μέσω της φορολογίας από τις κρατικές αρχές και τους φοροεισπράκτορες, γεγονός που συντέλεσε στην από κοινού συμμετοχή τους σε ορισμένες εξεγέρσεις. Οι διαφορές τους είχαν να κάνουν τόσο με την αίσθηση των Οθωμανών πως η κρατική εξουσία είναι και «δική τους» εξουσία όσο και με την ύπαρξη μιας σειράς θεσμικών διαφορών (από επιπλέον φόρους που πλήρωναν οι Ορθόδοξοι, μέχρι την απαγόρευση να φέρουν όπλα και να διορίζονται στο Δημόσιο). Το όλο πλαίσιο έγινε πιο περίπλοκο με την αναβάθμιση της Ορθόδοξης Ιεραρχίας και την ανάδειξή της σε δομή της κρατικής φοροσυλλεκτικής λειτουργίας. Έτσι, δημιουργήθηκε το ιστορικό παράδοξο οι μουσουλμάνοι να θεωρούν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως εχθρικό-εξουσιαστικό μηχανισμό. Η κατάσταση αυτή θα αρχίσει να εντείνεται όταν στοιχεία του καπιταλιστικού συστήματος θα διεισδύουν εντός του κυπριακού κοινωνικού σχηματισμού. Η ενασχόληση των ε/κ με το εμπόριο θα τους δώσει τη δυνατότητα να αποκτήσουν σημαντική οικονομική ευμάρεια και να συγκροτήσουν τις πρώτες μορφές καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας στην Κύπρο. Θα πρέπει να σημειωθεί πως σημαντικό ρόλο σε αυτό θα παίξει και η διαφορετική εκπαίδευση που λάμβαναν οι Ε/κ σε σχέση με τους Τ/κ. Οι Ε/κ παρακολουθούσαν ένα πρόγραμμα διδασκαλίας που τους κατηύθυνε περισσότερο προς το εμπόριο και τις οικονομικές ενασχολήσεις, ενώ η παιδεία των Τ/κ ήταν θρησκευτικού χαρακτήρα και στόχευε κυρίως στη στελέχωση του διοικητικού μηχανισμού. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν, από τα τέλη του 18ου αιώνα και καθ’ όλο τον 19ο αιώνα, να αυξηθούν πολύ οι διαφορές μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός της μεταβίβασης της Κύπρου στους Βρετανούς που είχε ως συνέπεια οι Τ/κ από πληθυσμιακή μειονότητα εντός ενός χώρου που αποτελούσαν την πολιτική πλειονότητα να μετατραπούν τόσο σε πληθυσμιακή όσο και σε πολιτική μειονότητα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έπρεπε να αρχίσουν και αγώνα κατά των διεκδικήσεων των Ε/κ για Ένωση με την Ελλάδα. Έτσι, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, σχεδόν ταυτόχρονα με τον ελληνικό εθνοτισμό άρχισε να σχηματίζεται και ο τουρκικός εθνοτισμός…».

…Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Κύπρο, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, θα συντελέσει ώστε ένα τμήμα της τ/κ εργατικής τάξης να οσμωθεί με την αντίστοιχη ε/κ και χάρη στις προσπάθειες του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου να συμμετάσχει ενεργά στις κοινές συντεχνίες. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν θα μπορέσει να εξαλείψει τη διαφορετική πραγματικότητα που βίωναν τα μέλη των δύο κοινοτήτων (άλλωστε ένα σημαντικό τμήμα των Τ/κ ήταν αγρότες και δεν συνδικαλίζονταν), αλλά ούτε και το γεγονός πως η δημιουργία του κράτους των Νεότουρκων και η συνακόλουθη μεταλαμπάδευση του Κεμαλισμού στο νησί θα οξύνει ακόμη περισσότερο τις εθνικές διαφορές. Το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου και η διάλυση της Αποικιοκρατίας θα έχει ως απότοκο την επαναφορά με ακόμη μεγαλύτερη ένταση του αιτήματος της Ένωσης από την πλευρά των Ε/κ αλλά και της προσφυγής, για πρώτη φορά, στη βοήθεια της Τουρκίας από την πλευρά των Τ/κ. Δημιουργούνται, έτσι, ξεχωριστές τ/κ συντεχνίες και διοργανώνονται συλλαλητήρια και από τους Τ/κ. Η άρνηση των Βρετανών να αποδεχθούν το αίτημα της Ένωσης και η εμπλοκή της Τουρκίας στο όλο ζήτημα θα εντείνουν τις αποσχιστικές τάσεις. Η ε/κ πλευρά θα διεκδικήσει την Ένωση είτε ένοπλα είτε μέσω συλλαλητηρίων και απεργιών, ενώ οι Τ/κ θα οργανωθούν και εκείνοι στρατιωτικά και από ένα σημείο και μετά θα αρχίσουν οι διακοινοτικές συγκρούσεις, σε μία προσπάθεια υλοποίησης του βασικού σχεδίου της τουρκικής πλευράς που έβλεπε ως μόνη λύση του Κυπριακού τη διχοτόμηση. Οι δολοφονίες, οι τραυματισμοί, οι λεηλασίες, οι αποχωρήσεις των Τ/κ από τις ε/κ συντεχνίες, η δημιουργία των ξεχωριστών Δήμων στις πέντε μεγάλες πόλεις, όλα αυτά αποτελούν γενική δοκιμή της διχοτόμησης. Οι Τ/κ θα πρέπει να μάθουν να ζουν εντελώς ξεχωριστά από τους Ε/κ. Το γεγονός πως μία συγκυριακή ισορροπία συμφερόντων θα οδηγήσει στη Ζυρίχη δεν θα ανατρέψει τη γενική τ/κ κατεύθυνση προς τη διχοτόμηση.

Αφιέρωμα σε Βάτη, Σκελέα, Καβάζογλου

Το βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη των δυο πρωτεργατών του ΚΚΚ, Χαράλαμπου Βατυλιώτη( Βάτη), Κώστα Χριστοδουλίδη( Σκελέα) και τον Ντερβίς Καβάζογλου, μέλος της ΚΕ ΑΚΕΛ, που δολοφονήθηκε μαζί με τον Μισιαούλη από Τουρκοκύπριους εξτρεμιστές. Ρωτήσαμε τον Σπύρο Σακκελλαρόπουλο γιατί αφιέρωσε το βιβλίο στους τρεις και επί τούτου μας απάντησε ως εξής: «Το βιβλίο επιχειρεί να φωτίσει πλευρές της πολιτικής ιστορίας της Κύπρου  που δεν είχαν, μέχρι σήμερα, αναδειχθεί στο βαθμό που τους αντιστοιχούσε και μια τέτοια παράμετρος είναι η πολυπλοκότητα του κυπριακού ζητήματος. Υπήρξαν προσωπικότητες, όχι τόσο προβεβλημένες, που συμβόλιζαν αυτή την αντιφατικότητα και που πλήρωσαν με πολύ ακριβό τίμημα τις συνέπειες της πολιτικής τους δράσης. Έτσι έχουμε δύο Ελληνοκύπριους που αγωνίζονται ενάντια στους Βρετανούς αλλά δεν πιστεύουν στην ένωση και έναν Τουρκοκύπριο που είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ και χάνει τη ζωή του από ομοεθνείς του ακριβώς λόγω της πολιτικής του συνύπαρξης με Ελληνοκύπριους. Η αφιέρωση του βιβλίου υπηρετεί την ανάγκη απότισης τιμής σε αυτούς που θυσιάστηκαν λόγω της εμπλοκής τους σε αυτό το τόσο αντιφατικό πλαίσιο».

 

Be the first to comment on "Η γεωστρατηγική σημασία, οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις και η ανοικτή πληγή της κατοχής"

Leave a comment

Your email address will not be published.

*