Το εργοστάσιο στη Θεσσαλονίκη όπου ο χρόνος “πάγωσε” στο 1985: Φύλλα ημερολογίου

Εγκαταλελειμμένα μηχανήματα στο εργοστάσιο-φάντασμα της "Ράινερ", που κρύβεται επί δεκαετίες στον πρώτο όροφο του επιβλητικού επιβατικού σταθμού του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, Παρασκευή 5 Μαΐου 2017. Με το που θα περάσεις την πόρτα του, σχεδόν πάνω στο κύμα του Θερμαϊκού, δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς: τι συνέβη εδώ; Χτύπησε σειρήνα συναγερμού κι ο χώρος εγκαταλείφθηκε άρον-άρον; 'Εγινε σεισμός και το κτήριο κρίθηκε ακατάλληλο, σε βαθμό που η βιοτεχνία δεν μπόρεσε ποτέ να επαναλειτουργήσει; .Είναι "απλά" η συνηθισμένη ιστορία μιας επιχείρησης που πτώχευσε και μετανάστευσε. Ο χρόνος εκεί έχει σταματήσει στο 1985, Παρασκευή 5 Μαΐου 2017 ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΝΙΚΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣΕγκαταλελειμμένα μηχανήματα στο εργοστάσιο-φάντασμα της "Ράινερ", που κρύβεται επί δεκαετίες στον πρώτο όροφο του επιβλητικού επιβατικού σταθμού του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, Παρασκευή 5 Μαΐου 2017. Με το που θα περάσεις την πόρτα του, σχεδόν πάνω στο κύμα του Θερμαϊκού, δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς: τι συνέβη εδώ; Χτύπησε σειρήνα συναγερμού κι ο χώρος εγκαταλείφθηκε άρον-άρον; 'Εγινε σεισμός και το κτήριο κρίθηκε ακατάλληλο, σε βαθμό που η βιοτεχνία δεν μπόρεσε ποτέ να επαναλειτουργήσει; .Είναι "απλά" η συνηθισμένη ιστορία μιας επιχείρησης που πτώχευσε και μετανάστευσε. Ο χρόνος εκεί έχει σταματήσει στο 1985, Παρασκευή 5 Μαΐου 2017 ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΝΙΚΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ

Τα ίχνη του ελληνικού καφέ που κάποιος -πιθανότατα κάποια- δεν πρόλαβε να αποτελειώσει πριν από ακριβώς 32 χρόνια, είναι ακόμη ορατά στο λευκό πορσελάνινο φλιτζάνι, δίπλα στη ραπτομηχανή μάρκας “Pfaff”, με περασμένο το κωνικό μασούρι της βαθυκόκκινης κλωστής “Ackermann- Ultracord”. 

Λίγο πιο ‘κει, στο πάτωμα, το υπ’ αριθμόν 17 “Δελτίον Παρουσίας Προσωπικού” του Καλλίνικου Αλμετίδη, φέρει ευδιάκριτη την ημερομηνία της τελευταίας βάρδιάς του, που έληξε στις 4.30 το απόγευμα μιας περασμένης άνοιξης. Στο, δε, μαυροπίνακα των ανακοινώσεων, κάποιος έχει ζωγραφίσει με κιμωλία ένα κυκλαδίτικο σκηνικό με ανεμόμυλους και δύο ιστιοφόρα, που το ένα φέρει στην πλώρη του το όνομα “Ράινερ”.

Φύλλα ημερολογίου πεσμένα στο πάτωμα, ανάμεσα σε κουτσουλιές και νεκρά περιστέρια, στοίβες από μεζούρες, νήματα μέσα στην πλαστική τους συσκευασία ακόμη, κιτρινισμένα χαρτιά με διαστάσεις και μέτρα για ικανές κοπτοράπτριες και χειρόγραφες σημειώσεις-οδηγίες, που γράφτηκαν 3,5 δεκαετίες πριν, αλλά δεν έχουν ξεθωριάσει: “Στιπόχαρτο στις φούστες με πένσες, σιδέρωμα στα ζωνάκια”. Σίδερα προσεκτικά αφημένα σε όρθια θέση πάνω στην επαγγελματική σιδερώστρα “Veit”, για να μην κάψουν το ύφασμα. Και φύλλα εφημερίδων του 1985 (“Έδωσαν τα χέρια Βαμβακούλας και Λιβαθηνός”, γράφει “Ο Φίλαθλος”) πάνω σε έναν πάγκο. ‘Ολα στη θέση τους και όμως όλα “ορφανά”, προσυπογράφουν την εικόνα ενός χώρου, που μοιάζει να εγκαταλείφθηκε εσπευσμένα από τους ενοίκους του.

Με το που θα περάσεις την πόρτα αυτού του “νεκρού” εργοστασίου-φαντάσματος, που κρύβεται επί δεκαετίες στον πρώτο όροφο του επιβλητικού επιβατικού σταθμού του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, σχεδόν πάνω στο κύμα του Θερμαϊκού, δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς: τι συνέβη εδώ; Χτύπησε σειρήνα συναγερμού κι ο χώρος εγκαταλείφθηκε άρον-άρον; ‘Εγινε σεισμός και το κτήριο κρίθηκε ακατάλληλο, σε βαθμό που η βιοτεχνία δεν μπόρεσε ποτέ να επαναλειτουργήσει;

Η πραγματική ιστορία αυτού του χώρου, όμως, μέσα στον οποίο έπρεπε κάποτε να φωνάξεις για να ακουστείς πάνω από τη βοή των δεκάδων ραπτομηχανών σε ταυτόχρονη λειτουργία και όπου σήμερα ακούγονται μόνο γουργουρίσματα περιστεριών, δεν έχει να κάνει ούτε με βομβαρδισμούς, ούτε με φυσικά φαινόμενα.

Είναι “απλά” η συνηθισμένη ιστορία μιας επιχείρησης που πτώχευσε και μετανάστευσε. Ή ενός “ιστιοφόρου” που ναυάγησε, καθώς το όνομα της κάποτε κραταιάς βιομηχανίας, που εν έτει 1975 παρουσιαζόταν ως “μια των αξιολογότερων βιομηχανικών μονάδων της Θεσσαλονίκης” με 350 εργαζόμενους, είναι ακριβώς αυτό που εμφανίζεται στην πλώρη του μικρού ζωγραφισμένου καραβιού στον μαυροπίνακα: “Ράινερ” ή -στα γερμανικά- “Rheiner”.

Πήγαν για δουλειά και βρήκαν τις πόρτες κλειδωμένες

“Νομίζω ότι ήταν το ΄85, όταν οι εργαζόμενες γυρνώντας από διακοπές για να πιάσουν δουλειά, βρήκαν τις πόρτες κλειστές, κλειδωμένες. Οι εικόνες που μου έρχονται στο μυαλό από εκείνη την ημέρα είναι συγκεντρωμένος κόσμος έξω από την είσοδο κάτω… Υπήρχε μια ανακοίνωση στη σιδερένια πόρτα, η οποία έλεγε ότι κλείνει η βιοτεχνία, ότι  μεταφέρθηκε στο εξωτερικό. Κάποιοι έκλαιγαν, άλλοι φώναζαν… Τα πράγματα όλα είναι όπως τα άφησαν οι εργαζόμενοι την τελευταία ημέρα της εργασίας τους, πριν από την άδειά τους. Τα άφησαν πιστεύοντας ότι θα ξαναέρθουν στον χώρο να εργαστούν” εξηγεί μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιώργος Γόντης, υπεύθυνος ασφάλειας στον ΟΛΘ, που όταν η βιοτεχνία ακόμη λειτουργούσε ήταν νέος υπάλληλος στο λιμάνι.

Από τη Θεσσαλονίκη απευθείας στη γερμανική αγορά

Στην πάνω πόρτα της βιοτεχνίας με τον περίτεχνο διάκοσμο στο φινιστρίνι, δίπλα στη ραφιέρα με τις αριθμημένες θέσεις για την υποδοχή των καρτών εργασίας, υπάρχει η επιγραφή που μαρτυρά το ειδικό τελωνειακό καθεστώς που ίσχυε για τη “Ράινερ”:  “Απαντα τα υλικά του Εργοστασίου είναι υποκείμενα δασμών και απαγορεύεται η εξαγωγή των εκ του χώρου του Εργοστασίου. Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ευρεθή οποιονδήποτε είδος υλικού εις εργαζόμενον εις το εργοστάσιον, εκτός της αμέσου απολύσεως θα διωχθεί και ποινικώς, επί κλοπή και λαθρεμπορία”.

Ναι, λαθρεμπορία, όχι απλά κλοπή. Ούτε ένα ρούχο από αυτά που έραβαν όλη μέρα οι εκατοντάδες εργαζόμενες της “Ράινερ” -πουκάμισα και εσώρουχα- επρόκειτο να φορεθεί στην ελληνική αγορά. Ολόκληρη η παραγωγή του εργοστασίου, στο οποίο διευθυντής ήταν ο Γερμανός Ζίγκφριντ Κότε, εξαγόταν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το εργοστάσιο λειτουργούσε εντός Ελευθέρας Ζώνης (και δεν ήταν το μόνο εντός του λιμανιού). Το γεγονός ότι ούτε ένα μασούρι κλωστής, ούτε ένα μικρό κομμάτι ύφασμα ή μια μεζούρα, επιτρεπόταν να φύγει έξω απ΄ τη μονάδα εκτός και αν φορτωνόταν για εξαγωγή, δημιουργούσε έναν πολύχρωμο “θόρυβο” στο λιμάνι της πόλης, κάθε φορά που οι εργαζόμενες ολοκλήρωναν τη βάρδιά τους.

Εκατοντάδες γυναίκες υπό σωματικό έλεγχο κάθε απόγευμα

“Την ώρα που σχολούσαν, το απόγευμα, περνούσαν όλες από τον έλεγχο στο τελωνείο” διηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ.Γόντης και προσθέτει: “Η βιοτεχνία ήταν μέσα σε υποκείμενο χώρο, σε ελεύθερη ζώνη. ‘Ο,τι έμπαινε ή ό,τι έβγαινε ελεγχόταν από τα αρμόδια όργανα. Οι εργαζόμενες, εκατοντάδες γυναίκες κάθε ηλικίας, σταματούσαν στην πύλη, άνοιγαν τις τσάντες τους κι ελέγχονταν ώστε να μη μεταφέρουν παράνομα εκτός ελευθέρας ζώνης υφάσματα ή κλωστές γιατί δεν είχαν πληρώσει τον ανάλογο φόρο. ‘Ολα αυτά τα προϊόντα δεν είχαν εκτελωνιστεί, ήταν σε άλλο καθεστώς. Θυμάμαι ότι για τον σκοπό αυτό είχε προσληφθεί και ερευνήτρια. Γιατί τις αποσκευές τις ήλεγχαν και άντρες, αλλά οι εργάτριες συχνά τύλιγαν ύφασμα γύρω- γύρω στο σώμα τους και άντρες δεν μπορούσαν να τις ελέγξουν, γι’ αυτό πήραν ερευνήτριες”. Μετά όλες μαζί ξεχύνονταν στην παραλία και έπαιρναν τον δρόμο για τα σπίτια τους, φλυαρώντας και γελώντας, καθώς την ώρα της δουλειάς λίγες κουβέντες επιτρέπονταν…

Ο “Πύργος”, τα κουμπιά από ελεφαντοστό κι οι σοκολάτες

‘Οπως εξηγούν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ οι επιστημονικοί συνεργάτες της εταιρείας “Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης” (ΟΛΘ ΑΕ), Κώστας Παλούκης και Χρίστος Μάης, με βάση στοιχεία από το ιστορικό αρχείο του ΟΛΘ, η “Ράινερ” δεν ήταν η μόνη παραγωγική μονάδα, που λειτουργούσε στο εσωτερικό της ελεύθερης ζώνης, όπου μεταποιούνταν από μαχαιρίδια και πινέζες μέχρι κουμπιά από φυτικό ελεφαντοστό και σοκολάτες.

Εντός της ελεύθερης ζώνης λειτουργούσαν η γερμανική εταιρία ετοίμων ενδυμάτων «Πύργος», γνωστή ως “Von Baum”, η οποία είχε εγκατασταθεί ήδη από το 1960 στο κτήριο της ΠΑΕΓΑ και λέγεται ότι είχε φτάσει να απασχολεί πάνω από 1000 εργαζομένους, η βιομηχανία κατασκευής ελαστικών υφασμάτων του Χρήστου Οικονόμου εντός της Αποθήκης 4 (αποχώρησε στο τέλος του 1966), η Βιομηχανία Ζαχάρεως και, τέλος, από το 1965 η γερμανική βιομηχανία Ράινερ («ΕΓΕ Rheiner washe und Bekleidung & Fabrik GMBH U. Co Rheiner in Weste»).

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ωστόσο, τα εργοστάσια μετατράπηκαν σε απλά κελύφη. Το 1985, η “Ράινερ” ήταν αυτή που έκλεισε τελευταία την πόρτα και σήμερα ελάχιστοι από τους κατοίκους και ακόμη λιγότεροι από τους επισκέπτες της Θεσσαλονίκης γνωρίζουν ότι στα “σωθικά” του εντυπωσιακού κτηρίου του επιβατικού σταθμού του λιμανιού, που κερδίζει με την πρώτη ματιά το βλέμμα των περαστικών, ο χρόνος έχει σταματήσει πάνω σε δεκάδες ραπτομηχανές, εκατοντάδες μασούρια νήματος, πάνω σε σίδερα, μεζούρες, ζυγαριές και υφάσματα.

Είναι πλέον “δουλειά” της κοινοπραξίας που πρόσφατα πλειοδότησε για το 67% της ΟΛΘ (σ.σ. το σχήμα του γερμανικού fund DIEP με τη γαλλική Terminal Link SAS  και τη Belterra Investments LTD του ομίλου Σαββίδη), να αποφασίσει τι θα απογίνει το εντυπωσιακό -αλλά επί σειρά ετών εγκαταλειμμένο στη φθορά, λόγω του ιδιαίτερου ιδιοκτησιακού καθεστώτος του- κτήριο του επιβατικού σταθμού, θεμελιωμένο την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Παρότι έχουν ακουστεί διάφορα σενάρια για την αξιοποίησή του, κανένα δεν είναι σίγουρο και όποιο κι αν επιλεγεί θα απαιτήσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο κόστος.

Μόνο οι υποστυλώσεις θα στοιχίσουν 9 εκατ. ευρώ

“Έγινε μια προσέγγιση-προεκτίμηση του κόστους υποστύλωσης όλου του κτηρίου. Το κόστος αυτό εκτιμήθηκε -μόνο για τις υποστυλώσεις- στα 9 περίπου εκατ. ευρω, δεδομένου ότι από τη θεμελίωση του κτηρίου (σ.σ. την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα), δεν έγινε καμία επέμβαση υποστήλωσης” εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της ΟΛΘ ΑΕ, Κωνσταντίνος Μέλλιος.

“Οι υποστυλώσεις είναι το σημαντικότερο κόστος. Από εκεί και πέρα, το πόσο θα ξοδέψει κάποιος επιπροσθέτως, θα εξαρτηθεί από το τι χρήσεις θέλει να δώσει σε αυτά τα κτήρια. Με το master plan που εγκρίθηκε, εμείς έχουμε πει ότι (τα κτήρια αυτά) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για είσοδο-έξοδο επιβατών, ώς χώροι πολιτισμού και πολυχώροι θεαμάτων κτλ και φυσικά υπάρχει πρόβλεψη ότι δεν μπορούν να υπάρξουν εμπορικές χρήσεις σε αυτό το συγκρότημα, προκειμένου να μην υπάρξουν θέματα ανταγωνισμού με την αγορά που γειτνιάζει με το λιμάνι” επισημαίνει.

Μπορεί ή δεν μπορεί να γίνει ξενοδοχείο;

Ερωτηθείς κατά πόσο θα ήταν πιθανό να επαληθευτεί το ένα από τα σενάρια που έχουν κατά καιρούς ακουστεί, περί δημιουργίας ξενοδοχείου στον επιβατικό σταθμό, ο ίδιος απαντά: “Αυτή τη στιγμή […] δεν ισχύει. Ειδικά για ξενοδοχείο στη λιμενική ζώνη, έχει προβλεφθεί άλλος χώρος της ζώνης, κοντά σε αυτό το κτήριο, και αφορά ένα μικρό ξενοδοχείο που θα καλύπτει ανάγκες χρηστών και επισκεπτών λιμανιού. Αυτό καλύπτει την περίοδο τη σημερινή. Τώρα, αν οι ανάγκες το απαιτήσουν και η νέα ιδιοκτησία μπορεί να τεκμηριώσει τέτοιο αίτημα και χωρίς να δημιουργεί ζητήματα συνολικά στον ανταγωνισμό, προφανώς θα επανέλθει και θα ζητήσει αλλαγή χρήσης ή τη διεύρυνση των χρήσεων αυτών για τις οποίες προορίζεται το συγκεκριμένο κτηριακό συγκρότημα”.

Ο ίδιος εκφράζει την ελπίδα ότι “οι ιδέες της νέας ιδιοκτησίας (για την αξιοποίηση και του κτηρίου) θα μας ξεπερνούν, δεν θα δημιουργούν κανένα απολύτως ζήτημα και επομένως θα μπορούμε να τις υποστηρίξουμε όλοι μαζί”. Κληθείς να σχολιάσει την απόφαση για εξωτερικό “ρετουσάρισμα” του κτηρίου, που η διοίκηση του ΟΛΘ είχε λάβει το 2015, ώστε οι επισκέπτες κυρίως της κρουαζιέρας να έχουν μια καλή εικόνα, ο ίδιος επισημαίνει ότι “το πρόγραμμα εκείνο είχε προϋπολογισμό γύρω στις 900.000 ευρώ, και όπως έτρεξαν οι εξελίξεις, απλά δεν μπορεί να εκτελεστεί και θα μείνει κι αυτό για να το δει ο επιχειρηματίας που θα εγκατασταθεί” (σ.σ. το κτήριο αυτό είναι το μοναδικό εντός του λιμένος, που δεν ανήκε στον Οργανισμό, αλλά στο υπουργείο Οικονομικών και μετέπειτα στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου).

Πόσο γρήγορα εκτιμά ότι θα τρέξουν οι διαδικασίες αξιοποίησής του από τον νέο ιδιοκτήτη; “Το πρώτο πράγμα που θα κάνει κάποιος είναι να καταλάβει πώς δουλεύει η εταιρεία, να ελέγξει λειτουργίες της, να διορθώσει κακώς κείμενα, να μειώσει περιττά κόστη και στη συνέχει να δει πώς θα την αναπτύξει. Η ανάπτυξη του κτηρίου αυτού εντάσσεται στον σχεδιασμό για το πώς θα εκμεταλλευτεί (η κοινοπραξία) τις δυνατότητες της λιμενικής ζώνης συνολικά. ‘Αρα θεωρώ ότι δεν θα είναι από τις πρώτες προτεραιότητες, αλλά θα είναι σίγουρα προτεραιότητα, γιατί όταν κάποιος έχει ένα τέτοιο στολίδι δεν θα το αφήσει να το δει στο 18ο έτος μετά την εγκατάστασή του στο λιμάνι” σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ.Μέλλιος.

Η ομάδα του ιστορικού αρχείου της ΟΛΘ ΑΕ επισκέφθηκε τους δύο ορόφους της βιομηχανίας “Ράινερ”, τα γραφεία, το δώμα και την ταράτσα στα τέλη του 2015. Στην επιτόπια έρευνα διαπιστώθηκε α) εξαιρετικά καλή κατάσταση των μηχανημάτων, β) εξαιρετικά καλή διατήρηση πολλών υλικών στοιχείων καθημερινής χρήσης, γ) διατήρηση στοιχείων του Αρχείου της Εταιρείας. Πρόκειται, λένε, για βιομηχανικό κατάλοιπο το οποίο θα μπορούσε να διερευνηθεί στο πλαίσιο της βιομηχανικής αρχαιολογίας, να αναδειχθεί και να αξιοποιηθεί καταλλήλως καθώς αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Αυτό το τελευταίο είναι απόλυτα βέβαιο, ένα κομμάτι ιστορίας που δεν το άγγιξε ούτε καν ο χρόνος…

Αλεξάνδρα Γούτα , ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

Be the first to comment on "Το εργοστάσιο στη Θεσσαλονίκη όπου ο χρόνος “πάγωσε” στο 1985: Φύλλα ημερολογίου"

Leave a comment

Your email address will not be published.

*