Κυπριακό, σε αναζήτηση δικαιοσύνης: Στην ουσία ήταν και παραμένει μείζον εθνικό θέμα

Σκίτσο του ΤΑΣΟΥ ΛΟΥΚΑΙΔΗΣκίτσο του ΤΑΣΟΥ ΛΟΥΚΑΙΔΗ

Γράφει η Μαριέττα Γιαννάκου*

Οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό στο Mont Pelerin μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Mustafa Akinci έληξαν χωρίς αποτέλεσμα. 

Για τους παρακολουθούντες το Κυπριακό τα τελευταία 42 χρόνια, οι ελπίδες για την επίλυσή του ήταν λίγες. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι το περίφημο σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε από τους Ελληνοκυπρίους, οι πολιτικοί παρατηρητές δεν ανέμεναν οποιαδήποτε σοβαρή εξέλιξη. Ωστόσο το τελευταίο διάστημα υπήρξε ουσιαστική κινητικότητα γιατί οι δύο πλευρές μέσω των ηγετών τους έδειξαν ότι επιθυμούν λύση στο Κυπριακό. Αρκούν όμως μόνο η επιθυμία και η καλή διάθεση; Έχει νόημα μια Χ λύση στο Κυπριακό που θα καταστήσει ευτυχείς διάφορους εξωγενείς παράγοντες, αλλά θα υποτιμήσει την έννοια του δικαίου που πρέπει να κυριαρχεί σε κάθε διεθνή συμφωνία;

Στην περίπτωση του κυπριακού προβλήματος ορισμένοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να συνεκτιμηθεί και το κόστος της μη λύσης του κυπριακού. Το κόστος αυτό ισχυρίζονται ότι θα αφορά στη σχέση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφενός και τον διεθνή παράγοντα υπό τις όποιες οργανωμένες μορφές του. Οι θεωρίες αυτές αποτελούν βεβαίως μοχλό πίεσης προς την ελληνοκυπριακή πλευρά, η οποία άλλωστε θα υποστεί πρώτη τις συνέπειες μιας μη δίκαιης λύσης. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς επί της ουσίας οι Τουρκοκύπριοι πολίτες έχουν ήδη υποστεί βαρύτατες συνέπειες από την παραμονή των στρατευμάτων κατοχής και τη μεταφορά εποίκων από την Τουρκία και κάθε λύση μη δίκαιη θα έχει αντανάκλαση και σ’ αυτούς.

Η επίλυση του κυπριακού δεν εξαρτάται μόνο από τις προθέσεις και τα σχέδια των δυο κοινοτήτων, αλλά επηρεάζεται εντονότατα και από άλλους παράγοντες, όπως παραδείγματος χάρη την κατάσταση στην Τουρκία. Η αστάθεια που υποβόσκει στην Τουρκία, η καταπάτηση των δημοκρατικών αρχών με δικαιολογία το παρ’ ολίγον επιτυχές πραξικόπημα και οι φόβοι της τουρκικής ηγεσίας που προκύπτουν από το κουρδικό ζήτημα, είναι προφανές ότι ενισχύουν την άκαμπτη στάση του τουρκικού παράγοντα με άμεση αντανάκλαση στην τουρκοκυπριακή πλευρά.

Το όλο σκηνικό επικεντρώνεται στο εδαφικό, διοικητικό και την ασφάλεια για τις δύο κοινότητες. Η κοινή λογική και η δικαιοσύνη επιβάλλουν επιστροφή εδαφών προς τους ελληνοκυπρίους και κατανομή ανάλογη με τον αυτόχθονα πληθυσμό. Επίσης συνταγματική τάξη και διοίκηση που θα σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες των πολιτών και τέλος, αποχώρηση όλων των εξωγενών στρατευμάτων από το νησί.

Αλλά σε τι χρησιμεύει η λογική των εγγυήσεων σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, παρά στη διατήρηση του έστω και περιορισμένου status quo της τουρκικής κατοχής;

Είναι δυνατόν να γίνουν όλα αυτά δοθείσης της κατάστασης στην Τουρκία και της αδυναμίας του διεθνούς παράγοντα να πιέσει προς την σωστή κατεύθυνση. Αν λάβουμε υπόψιν τις ελπίδες που γεννήθηκαν από την πρόοδο που διεφάνη προς της συνάντησης του Mont Pelerin στη σχέση μεταξύ των δύο ηγετών και την ακάματη προσπάθεια του Νίκου Αναστασιάδη να φέρει το σύνολο της χώρας του σε επίπεδο κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με όλα τα δικαιώματα και χωρίς καμιά απόκλιση από το κοινοτικό κεκτημένο, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι μια σωστή λύση δε θα μπορούσε να αποκλειστεί.

Υποτίθεται ότι όλοι επιθυμούν λύση. Η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει αποδείξει την καλή της βούληση προσφέροντας με γενναιοδωρία ποσοστά εκπροσώπησης της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε διάφορους θεσμούς αλλά και αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στους Τουρκοκυπρίους να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές αν ήθελαν, προσφέροντάς τους και άλλες υπηρεσίες στους τομείς της παιδείας και της υγείας. Ο πληθυσμιακός συσχετισμός μεταξύ των δύο κοινοτήτων θέτει από μόνος του όρια στις απαιτήσεις της άλλης πλευράς, πολλώ μάλλον που στη διαδρομή των 42 χρόνων από την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο μέχρι σήμερα, η ελληνοκυπριακή κοινότητα απετέλεσε το όχημα της εξέλιξης, της ανάπτυξης, της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πολλή συζήτηση έχει γίνει και μάλιστα σε εξωθεσμικό επίπεδο για τις εγγυήσεις. Με το πρόσχημα της εγγυήτριας δύναμης παρενέβη η Τουρκία το 1974 για την ασφάλεια δήθεν της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Αλλά σε τι χρησιμεύει η λογική των εγγυήσεων σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, παρά στη διατήρηση του έστω και περιορισμένου status quo της τουρκικής κατοχής;
Η δήλωση του Προέδρου Αναστασιάδη ότι θα επιμείνει στη συνέχιση του διαλόγου είναι σωστή. Πρέπει να εξαντληθούν όλα τα περιθώρια και αυτό να γίνει σαφές προς όλους. Βέβαια στη διεθνή πολιτική, ενώ πρέπει να υπερισχύει το διεθνές δίκαιο αλλά και η έννοια της δικαιοσύνης σε ό,τι επιδιώκεται, συχνά υπερισχύει η αρχαιοελληνική ρήση «δίκαιο υπάρχει μόνο μεταξύ ίσων».

Την τελική απάντηση ασφαλώς θα τη δώσει η Κυπριακή Δημοκρατία. Ωστόσο, το κυπριακό επηρεάζει και επηρεάζεται από την Ελλάδα και επομένως, οποιαδήποτε προτεινόμενη λύση πιθανόν να αναταράσσει το πολιτικό σκηνικό. Στην ουσία το κυπριακό ήταν και παραμένει μείζον εθνικό θέμα. Μόνο μια δίκαιη λύση που δε θα επιτρέπει παρερμηνείες και δε θα δίνει λαβή στους επαγγελματίες «πατριώτες» να μεταφέρουν την υπόθεση αυτή στα ελληνικά χωρικά ύδατα, θα μπορούσε να στεριώσει και να αποδώσει σε βάθος χρόνου.

  • Νευρολόγος-Ψυχίατρος, πρώην υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της Huffington Post

Be the first to comment on "Κυπριακό, σε αναζήτηση δικαιοσύνης: Στην ουσία ήταν και παραμένει μείζον εθνικό θέμα"

Leave a comment

Your email address will not be published.

*